Ο κώδικας του Hip Hop, η Χρυσή Αυγή και ο κρυμμένος ήλιος του Περάματος.

Ο B.D Foxmoor κάθεται με την πλάτη στον τοίχο.

Ο κώδικας του Hip Hop, η Χρυσή Αυγή και ο κρυμμένος ήλιος του Περάματος.

Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης
Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης
Πρόσφυγας είμαι, θα κάνω πέτρα την καρδιά μου και θα φύγω από εδώ. Μπορεί να πάω στη Νέα Ζηλανδία, αλλά θα φύγω, ρε παιδί μου.

Στην καντίνα στο Πέραμα, εκεί που φεύγουν για τη Σαλαμίνα, οι απόκληροι της περιοχής, πρώην μάγκες που έβγαζαν στιλέτο με το παραμικρό στα υποφωτισμένα σημεία του λιμανιού (κάποιοι από αυτούς έχουν κάνει και φυλακή), γυναίκες-φαντάσματα γύρω στα 60, παιδάκια με πορτοκαλάδες στο χέρι. Οι στίχοι από το «Γιατί γλυκιά μου κλαις» τρυπάνε την ατμόσφαιρα, η «παντόφλα» Σαλαμινομάχος ξεβράζει το δρομολόγιο των εντεκάμισι. Τηγανητά μπακαλιαράκια σε μικρά πιάτα, μπίρες, ούζα και κίτρινο φως.

«Εδώ πιο πέρα γεννήθηκα, πάνω στο τραπέζι μιας ταβέρνας όπου γλεντούσε εκείνο το βράδυ η μάνα μου, γι’ αυτό πρέπει να είμαι και ο μοναδικός Περαματιώτης που η ταυτότητά του γράφει ως τόπο γέννησης: Πέραμα. Τον λώρο μου τον κόψανε εδώ δηλαδή. Αν γινόταν, θα τον ξανάπαιρνα να φύγω, αλλά τώρα έχω εθιστεί. Οι οικογένειά μου πρόσφυγες από την Πόλη ήταν. Ο παππούς μου και ο πατέρας του παππού μου ήταν στο Φανάρι κι έκαναν εμπόριο αλόγων σε όλη την Ευρώπη. Φαντάσου, το σημερινό δημαρχείο στο Φανάρι ήταν το πατρικό μας. Μετά τον διωγμό τους πετάξανε εδώ πέρα. Ασχολήθηκαν με δουλειές στα καρνάγια, γίνανε καραβομαραγκοί, βάφανε σκάφη. Παρόλο που όλοι ήταν σπουδαγμένοι, αναγκάστηκαν ν’ ασχοληθούν με άλλα πράγματα. Τώρα το Πέραμα έχει αλλάξει πια. Είναι το αποχωρητήριο της Αττικής. Θέλουν να το τελειώσουν το μέρος. Ρημάξανε τη Ζώνη, ρημάξανε τις δουλειές. Χτίζουνε οκταώροφα, χάσαμε τον ήλιο από τις γειτονιές».

Ο B.D. Foxmoor έχει συνδεθεί όσο κανένας άλλος με το Πέραμα. Είναι ο εμβληματικός εκπρόσωπος της περιοχής, ένας άτυπος βουλευτής σ’ ένα ουτοπικό Κοινοβούλιο. Μιλάει για το Πέραμα, γράφει για το Πέραμα, εδώ ζει από πάντα, πουθενά αλλού. Από μικρός στα υπαίθρια γήπεδα να παίζει μπάσκετ, να χορεύει breakdance («ήμουν και σ’ ένα ιστορικό γκρουπ breakdancers, του Ζέα, στο Πασαλιμάνι. Πηγαίναμε και χορεύαμε εκεί, στου Παπανικολή, στο μουσείο στο Πασαλιμάνι»), να παίζει δίσκους στα σχολικά πάρτι που διοργανώνονταν σε μια αίθουσα του δημαρχείου. Από τους θείους του και απ’ όσους πήγαιναν στην Αμερική κι έφερναν πίσω κάνα «μαύρο» δίσκο κόλλησε με αυτήν τη μουσική.

Τζέιμς Μπράουν και Grandmaster Flash και Gil Scott-Heron και σιγά-σιγά ανακάλυψε τα πάντα – βούτηξε βαθιά μέσα στις ρίμες και τα samples. Μέχρι τη συναυλία των Public Enemy στο Κατράκειο το ’92 έστηνε στο δωμάτιό του πρωτόλειες μουσικές. Μετά τη συναυλία-σταθμό για το ελληνικό χιπ-χοπ έφτιαξε τους Active Member. Ήταν στην ουσία η συναυλία που γέννησε κάτι που μέχρι τότε φαινόταν αδιανόητο για την ελληνική μουσική. Όπως, σύμφωνα με τον μύθο, όσοι ήταν εκείνο το βράδυ του Ιουνίου του 1976 στη συναυλία των Sex Pistols στο Lesser Free Trade Hall στο Μάντσεστερ, βγαίνοντας, έφτιαξαν και από μια μπάντα, έτσι έγινε κι εδώ με τη συναυλία των Public Enemy.

«Ουσιαστικά ήταν ένας μπούσουλας για το πώς πρέπει να παρουσιάζεις κι εσύ τα πράγματα, γιατί μέχρι τότε δεν είχαμε εικόνες από τέτοια λάιβ».

Μερικούς μήνες μετά θα κυκλοφορήσει το πρώτο άλμπουμ των Active Member στη δική του εταιρεία, τη Freestyle Productions, ξετυλίγοντας το νήμα του ελληνικού χιπ-χοπ. Θ’ ακολουθήσει ένας ακόμα δίσκος και ύστερα το συμβόλαιο με την πολυεθνική Warner, οι χρυσοί δίσκοι των 80.000 αντιτύπων και ξαφνικά η ελληνική μουσική, οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά μαθαίνουν ένα Πέραμα που αγνοούσαν. Το Ρόδον γεμίζει στις συναυλίες τους, αλλά οι δογματικοί επιμένουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει χιπ-χοπ στην Ελλάδα, ότι είναι μουσική που γεννιέται στα γκέτο της Αμερικής, ανάμεσα σε σφαίρες, κρακ κι εξαθλίωση. Ο B.D Foxmoor αποφασίζει να αποποιηθεί τον όρο «χιπ-χοπ» και να βαφτίσει αυτό που κάνει «low bap».

«Κοίτα να δεις τι γίνεται. Το χιπ-χοπ είναι εκείνη η μουσική φόρμα που περιγράφει έναν DJ ο οποίος δίνει τη δική του εκδοχή για το πώς μπορεί να επαναλαμβάνεται ένα μουσικό θέμα. Αυτό μόνο. Η μουσική βιομηχανία, όμως, το έντυσε με όλα τα παρατρεχάμενα, με το breakdance, το γκράφιτι, το ραπ, που κανένα από αυτά δεν έχει σχέση με το χιπ-χοπ.

Επειδή αυτό το πράγμα ήταν τόσο απλωμένο που δεν μπορούσε να πουληθεί κι έμενε ως αστική καινούργια φόρμα έκφρασης, ήρθε η μουσική βιομηχανία και το έκανε lifestyle. Εκεί νιώσαμε αμήχανα όλοι όσοι είχαμε την αρχική αίσθηση του κώδικα του χιπ-χοπ στο μυαλό μας. Απέναντι σε όλη αυτή την ιστορία το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σεβαστείς τον κώδικα, να σκαρώσεις τα πράγματα με τον τρόπο σου και, αν γίνεται να το ονομάσεις και αλλιώς, κάν’ το. Ο καθένας, λοιπόν, τον δρόμο του και ό,τι προκύψει. Και όπως αποδείχτηκε, το πράγμα φτήνυνε κι εγώ δεν ήθελα να φτηνύνει το παιδί μου. Μέχρι και οι πιτσιρικάδες της εποχής που παίρναν τα μπιτόνια κι έκαιγαν τη Βουλή μετά έγιναν εθνικιστές, πήγανε στα κλαμπ, γίνανε μοντέλα… Θα έπρεπε εγώ να ζητάω τα ρέστα από κάποιους, όχι αυτοί από εμένα».

Κάπου τότε η ελληνική σκηνή χωρίστηκε στα δύο, άλλα μάλλον ήταν και λίγο άνισος ο διαχωρισμός. Οι Active Member από τη μία, σχεδόν όλοι οι άλλοι απέναντι. Ο B.D.Foxmoor μόνος εναντίον όλων.

«Κάποιες κόντρες ήταν υπαρκτές. Όταν μπαίνουν θεματικές στη μέση, ή πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, υπάρχει θέμα. Υπάρχουν διαφορές. Από το να λύνονται με πιστόλια και σφαλιάρες, καλύτερα να λύνονται με λόγια. Αλλά αυτή η ιστορία ηρέμησε γρήγορα στην Ελλάδα. Καταλάβανε όλοι ότι δεν μπορούμε να είμαστε σαν την Αμερική. Έτσι ηρεμήσανε όλοι και καθόμαστε στον δρόμο ξανά».

Επίσης, είχε πάντα απέναντί του τους χρυσαυγίτες. Είχε ένα ιδιότυπο χόμπι να βγαίνει απ’ το σπίτι του, να τους ψάχνει και να τους πλακώνει στο ξύλο. «Όλους αυτούς τους “αξιότιμους” κύριους Βορίδηδες, Βουλγαράκηδες και λοιπούς που είχαν περάσει από τους Κενταύρους και τη νεολαία του ΕΠΕΝ τους έχω κοπανήσει. Ήμουνα ένα πολύ γυμνασμένο παιδί, που το έλεγε η ψυχή του τότε. Τώρα και να με δούνε δηλαδή, δεν θα καταλάβει κανείς ότι ήμουν εκείνος από τότε».

Τώρα είναι περισσότερο απογοητευμένος παρά εξοργισμένος από το υψηλό ποσοστό της Χρυσής Αυγής στην περιοχή του, το μεγαλύτερο σε όλη την Ελλάδα. «Το Πέραμα δεν έχει φασίστες, είναι αυτή η λογική του εθνικοσοσιαλισμού, μια πληγή που ανοίγει εκεί όπου υπάρχει φτώχια και ανεργία. Παλιά, αν μου έλεγες ότι υπήρχαν πέντε φασίστες στην περιοχή, θα πήγαινα σπίτι τους να τους βρω.

Τώρα, στα 1.700 άτομα δεν πάω, όχι γιατί θα πρέπει ν’ αφιερώσω τη ζωή μου σε αυτό, αλλά γιατί μερικοί από αυτούς μπορεί να είναι συγγενείς σου ή παιδιά των φίλων σου. Θα τρελαθείς, αν το σκεφτείς αυτό. Γι’ αυτό νιώθω νικημένος, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Και σκέφτομαι να φύγω από εδώ. Δεν έχω φυσικά και πού να πάω, γιατί σου είπα, πρόσφυγας είμαι, αλλά θα κάνω πέτρα την καρδιά μου και θα φύγω. Μπορεί να πάω στη Νέα Ζηλανδία, αλλά θα φύγω, ρε παιδί μου».

Ο B.D. Foxmoor κάθεται πάντα με την πλάτη στον τοίχο. «Είναι κάτι που το έχει κάθε Περαματιώτης. Είναι πώς έχει μάθει κανείς. Εμείς είχαμε πάντα τον νου μας. Πάντα. Όλοι, ό,τι και να είμαστε. Δεν υπάρχει μάγκας σε αυτό τον τόπο. Όλοι έτσι ήταν. Και οι καλοί και οι κακοί και όλοι».

Σ’ ένα σημείο στο «Κλεμμένο μας τσίρκο», το τελευταίο του πρότζεκτ, ένα ωριαίο συμπυκνωμένο πολιτικό low bap μανιφέστο για την Ελλάδα του χθες και του σήμερα (μέσα στο οποίο χωράνε η Κατοχή, ο Ζαμπέτας και ο Γρηγορόπουλος), αναφέρει έναν στίχο του Βάρναλη:

-Από τα τσακάλια δεν γλιτώνεις μ’ ευχές και παρακάλια…

http://www.lifo.gr/mag/columns/4960

Ετικέτες: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: